ἀκούω 
(動詞)聽、聽從 I hear, obey (ακοϝ-, 128, acoustics = 音質)
ἀκούσω, κουσα, ἀκκοα, -, κούσθην, (κουον)

 例句 
徒9:7 ἀκούοντες μὲν τῆς φωνῆς.
hearing the voice. (聽見聲音)

徒22:9 τὴν δὲ φωνὴν οὐκ ἤκουσαν.
They did not hear the voice. (沒有聽明聲音)
注意:ἀκούω的受詞可以是受格、也可以是所有格。
比較平行經文徒9:7與徒22:9,動詞都是「聽」,受詞都是「聲音」,
但前者「聲音」是所有格φωνῆς,而後者「聲音」是受格φωνὴν

 同根字 
ἀκοή, εἰσακούω, ὑπακούω