βλέπω
(動詞)看、小心 I see, watch out (βλεπ-, 133)
βλέψω,
ἔβλεψα, -, -, -,
(ἔβλεπον)
例句
約9:25 τυφλὸς ὢν ἄρτι βλέπω.
Though I was blind, now I see.
(從前我是眼瞎的,如今能看見了)
可12:38 βλέπετε ἀπὸ τῶν γραμματέων.
Watch out for the scribes. (你們要防備文士)
同根字
ἀναβλέπω,
διαβλέπω,
ἐμβλέπω,
ἐπιβλέπω,
περιβλέπω
|