πρόσωπον, τό, -ου 
(名詞)臉 face (προσωπο-, 76)

 例句 
徒6:15 εἶδον τὸ πρόσωπον αὐτοῦ ὡσεὶ πρόσωπον ἀγγέλου.
They saw his face like the face of an angel.
(他們看見他的面貌,好像天使的面貌)

林前13:12 τότε δὲ πρόσωπον πρὸς πρόσωπον.
but then (we shall see) face to face.
(到那時就要面對面了)