ὄνομα, τό, -ματος 
(名詞)名字 name (ονοματ-, 231) (參看詞形變化表)

 例句 
約14:14 ἐάν τι αἰτήσητέ με ἐν τῷ ὀνόματί μου ἐγὼ ποιήσω.
If you would ask me anything in my name, I shall do (it).
(你們若奉我的名求甚麼,我必成就)
(片語 ἐν τῷ ὀνόματί 中文通常譯為「奉⋯的名」)

約1:6 Ἐγένετο ἄνθρωπος ... ὄνομα αὐτῷ Ἰωάννης.
There was a man, the name to him (is) John.
(有一個人,名叫約翰)
注意:希臘文表達名字的方式常用與格
  例如 ὄνομα αὐτῷ… = 給他的名(是)⋯ = 他名叫⋯  

 同根字 
ὀνομάζω