πούς, ὁ, ποδός 
(名詞)腳 foot (ποδ-, 93, podiatrist = 足科醫生)

 例句 
約13:6 Κύριε, σύ μου νίπτεις τοὺς πόδας;
Lord, Are you washing my feet?
(主啊,祢洗我的腳嗎)

徒7:49 ὁ οὐρανός μοι θρόνος, ἡ δὲ γῆ ὑποπόδιον τῶν ποδῶν μου.
The heaven (is) a throne for me, and the earth a footstool for my feet.
(天是我的座位,地是我的腳凳)