ἀκολουθέω 
跟隨 I follow (ακολουθε-, 90, anacoluthon = 破格文體)
ἀκολουθσω, κολούθησα, κολούθηκα, -, -, (κολούθουν)

 例句 
約18:15 Ἠκολούθει δὲ τῷ Ἰησοῦ Σίμων Πέτρος.
So Simon Peter began following Jesus. (西門彼得跟著耶穌)
(注意ἀκολουθέω的受詞用與格,而非受格)

路9:57 ἀκολουθήσω σοι ὅπου ἐὰν ἀπέρχῃ.
I shall follow you wherever you would go.
(你無論往那裡去,我要跟從你)

 同根字 
ἐξακολουθέω, ἐπακολουθέω, κατακολουθέω, συνακολουθέω