θέλω 
願意、想要 I will, wish, desire (θελ/θελε-, 208)
θελσω, θελησα, -, -, θελθην, (θελον)
(字幹原是ε起首,因此往昔號是η)

 例句 
約5:6 θέλεις ὑγιὴς γενέσθαι;
Do you want to become healthy? (你想要痊愈嗎)

約15:7 ὃ ἐὰν θέλητε αἰτήσασθε, καὶ γενήσεται ὑμῖν.
Whatever you would desire, ask, and it will happen for you.
(凡你們所願意的,祈求就給你們成就)

 同根字 θέλημα