προσεύχομαι 
禱告 I pray (προσ + ευχ-, 85)
προσεύξομαι, προσηυξάμην, -, -, -, (προσηυχμην)

 例句 
林前14:15 προσεύξομαι τῷ πνεύματι, προσεύξομαι δὲ καὶ τῷ νοΐ.
I shall pray with the spirit, but I shall also pray with the mind.
(我要用靈禱告,也要用悟性禱告)

雅5:17 Ἠλίας ... προσευχῇ προσηύξατο τοῦ μὴ βρέξαι.
Elijah prayed earnestly not to rain.
(以利亞懇切禱告求不要下雨)

 同根字 
προσευχή, εὔχομαι