γίνομαι
成為、發生 I become, am, exist, am born, am created (γεν-, 669)
γενήσομαι, ἐγενόμην, γέγονα, γεγένημαι, ἐγενήθην, (ἐγινόμην)
- 1pp字幹γιν-是字根γεν-發生重複的結果:γεν- ‣ γιγεν- ‣ γιν-
- 2pp時態記號不是εσ,而是σ,字幹結尾添加η
- 4pp字幹γον-是字根γεν-發生ablout,第二完成式
- 5pp與6pp字幹結尾也添加η,與2pp一樣
|
例句
這個動詞最基本的意思是「A成為B」與「A發生」,但翻譯常常是很活的:
- 約1:14 ὁ λόγος σὰρξ ἐγένετο. The Word became flesh. (道成了肉身)
- 約1:3 πάντα δι᾿ αὐτου ἐγένετο. All things came to be through him. (萬物藉祂而發生)
- 約1:6 ἐγένετο ἄνθρωπος. "There was a man" or "A man came". (有一個人 or 來了一個人)
- 可2:27 τὸ σάββατον διὰ τὸν ἄνθρωπον ἐγένετο. The Sabbath was made for man. (安息日是為人設立的)
- 路1:5 Ἐγένετο ἐν ταῖς ἡμέραις Ἡρῴδου... It came to pass that in the days of Herod... (話說,當希律的時候⋯)
- 路2:2 αὕτη ἀπογραφὴ πρώτη ἐγένετο. This was the first registration. (這是頭一次戶口登記)
|
同根字 :παραγίνομαι
|