πίπτω 
跌落 I fall (πετ-, 90)
πεσοῦμαι, πεσον (or πεσα), πέπτωκα, -, -, (πιπτον)
(1pp字幹是字根失去ε並重複:πετπτπιπτ)

 例句 
徒10:25 ὁ Κορνήλιος πεσὼν ἐπὶ τοὺς πόδας προσεκύνησεν.
Cornelius, falling at his feet, worshipped (him).
(哥尼流俯伏在他腳前拜他)

太13:7-8 ἄλλα δὲ ἔπεσεν ἐπὶ τὰς ἀκάνθας ...
ἄλλα δὲ ἔπεσεν ἐπὶ τὴν γῆν τὴν καλὴν
.
But others fell upon thorns ... others fell on good soil.
(有落在荊棘裡的⋯又有落在好土裡的)

 同根字 
ἀναπίπτω, ἐκπίπτω, ἐμπίπτω, ἐπιπίπτω, προσπίπτω