διαφέρω
①帶著 I carry; ②分別、勝於 I differ, am superior (δια + φερ/οι/ενεχ-, 13)
διοίσω, δινεγκα, -, -, -, (διέφερον)

 例句 
徒27:27 διαφερομένων ἡμῶν ἐν τῷ Ἀδρίᾳ.
being carried about in the Adriatic Sea.
(我們在亞得里亞海上飄來飄去)

林前15:41 ἀστὴρ γὰρ ἀστέρος διαφέρει ἐν δόξῃ.
For a star differs from a star in glory.
(這星和那星的榮光也有分別)

路12:7 πολλῶν στρουθίων διαφέρετε.
You are more valuable than many sparrows.
(你們比許多麻雀還貴重)

 同根字 
φέρω